Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ Η ΑΝΤΑΡΤΩΝ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ Η ΑΝΤΑΡΤΩΝ

Θα τοποθετηθούν αρκετές φωτογραφίες, εν καιρώ.
Τσιάπανος Σταύρος του Γεωργίου 25-2-2005

   Στ Τσιάπανος: Γεννήθηκα το 1928, πρώτα πήραν εμάς, στις 7 Νοεμβρίου του 1947 και μετά πήραν εσάς (λέει στον Οδυσσέα Τσιντσιράκο του Βασ. που ήταν μαζί στην συζήτηση.). Εγώ τότε δούλευα στην γαλιάγρα του Μιλτιάδη Ευθυμιάδη ή Κουβαρά, στην Βελίκα. Εγώ, ο Ζαμάνης (Γιώργος Μπουζούκης), ο Ρίζος Μπουρούσης (Χαρατσής) και μας ειδοποίησε ο πατέρας μου να βγούμε στο χωριό.
    Πήρα μια παρδαλή βελέντζα που μου την έφτιαξε ο πατέρας μου κάπα και τα παπούτσια απόμειναν (έχασε) στην Νυχτερέμ.
Όλη την νεολαία, μας άρπαξαν: Τον Αλέξη Μπουζούκη, Γιάννη Τάκο, Βασίλη Τσολάκη, Κλεάνθη Βούρτουρα, Γρηγόρη Ασμίνη, Νίκο Τσιντσιράκο, Μπάτσικα Γιώργο, Πενίκη Γιώργο (Τζιτζίκης), Τσαπαρούφη, Τσιάρα, Γιάννη Πλατσά, Ρήγα Νίκο, πολλοί ήμασταν.
   Την πρώτη βραδιά εκατσάμε στην Άλχωρα, έβρεχε πολύ. Ήταν τα καλύβια των Στεριανόπουλου Γιάννη, Νίκου, οι Νταμπαί από πέρα με βριζιές ήταν τα καλύβια, ήρθε από κατ’ ο Φλωράκης, νομίζω, με πολλούς από Πήλιο και μας συγκέντρωσαν στην Καρίτσα. Την άλλη μέρα, δεύτερη βραδιά,από την Άλχωρα μας πήγαν στον Αστροβό, στην Καντλαρέϊκη καλύβα, που ήταν πέτρινη. Την τρίτη βραδιά, στο Κόκκινο Νερό, στα σπίτια του Κολέτσιου και Πάνου Δημητρακόπουλου. Το πρωί έκοψε λίγο η βροχή, μαζί μας ήταν ο Στέλιος Καλαθάς, καπετάν Στέλιος λεγόταν, μόνο αυτός χουριανός και μας λένε: "Θα πάτε, τώρα, πάνω στην Καρίτσα, θα περνάτε στα τάγματα, θα περνάτε στις Μεραρχίες, θα σας διν ψουμί, φαΐ". Όξου απ’ το χωριό πήγαμε, καθίσαμε εκεί μια βραδιά και μετά κατεβαίνουμε κατ’.
   Μας κατέβασαν στο Τσιάζ. Ο Πηνειός ήταν χωρισμένος σε 5 τεμάχια απ’ τις βροχές κατέβαζε κάργα. Είχαν μια παλιοβάρκα που ήταν ο Σπύρος Ρήγας εκεί, εμπενάμε 15-17 άτομα, με κουπιά ήταν. Ακούω έναν καπετάνιο που μας συνόδευε να λέει κάποιον άλλον: "Σ’ όλα τα δρομολόγια τα πήγα καλά, σ’ αυτό εδώ δεν ξέρω τι θα μου συμβεί, είναι δύσκολο". Πριν το ποτάμι έλεγε.
  Εκεί στο ποτάμι πέθανε ο Τζιτζίκης ή Πενίκης Γιώργος, κοκάλωσε απ’ το κρύο, δεν ήταν ντυμένος, μας πέρασαν νύχτα. Βγαίνουμε στην Νυχερέμ. Χάθηκε ο Πενίκης ή πνίγηκε, έλεγαν. Εκεί είχα ένα ζευγάρι αρβύλες και εκεί που πατούσες δεν ξεκολλούσαν. Τα παράτησα και ήμουν ξπόλτους. Βγήκαμε στου Παπαπούλιου την γέφυρα που περνούσε η γραμμή του τραίνου από Θεσσαλονίκη. Από πάνω η γέφυρα ήταν καταστραμμένη. Περνούσαμε πάνω στα σίδερα. Βγαίναμε στην σιδηροδρομική γραμμή και βγήκαμε στον Πλαταμώνα στα σπίτια, πάνω στις γραμμές περπατούσαμε.
Μόλις φθάσαμε στον Πλαταμώνα πάει ο καπετάνιος και χτυπάει σένα παραθύρι, άναψαν το φως και πρέπει να τον είπαν ότι, παν’ απ’ τον Παντελεήμονα το είχαν πιάσει Λοκατζήδες. Έφυγαν απ’ τον Αστροβό που ήμασταν την πρώτη μέρα, ο Αλέξης Μπουζούκης (Παπαγιώρ'ς) μαζί με τον Βασίλη Μπάτσικα (Τσέμουρα) που τον υιοθέτησε ο Γιώργος Λεπενιώτης,  πήγαν στην Αγιά και τα είπαν στην Αστυνομία. Στον Παντελεΐμονα ήταν πολλοί επιστρατευμένοι. Έπαιρνε να σκάσει η χαραϊ είπαν τι είπαν, μάλλον θα του είπαν (του καπετάνιου) ότι είναι Λοκατζήδες. Έρχεται ο καπετάνιος εκεί που καθόμασταν όλοι καταή και άρχισε:
-  Τον Χριστό σας, την Παναγία σας, ποιος δεν μπορεί να περπατήσει; Και ο Κώστας Μπουζούκης ή Παπαγιώρς, σηκώνεται και λέει:
-  Δεν μπορώ εγώ, συναγωνιστή, να περπατήσω.
- Δεν μπορείς; Τον πλακώνει στις κλωτσιές.
  Με τον μακαρίτη Στέλιο Καλαθά ήμασταν, αυτός μας συνόδευε, εκεί τον είδα που σηκωθήκαμε να ξεκινήσουμε, στον Αστροβό, δεν ήταν άλλος. Φορτωμένος λέρα, με ένα κασκόλ στο λαιμό και ένα πολυβόλο στο χέρι, από κοντά και γω. Καμιά 15 ήταν οι αντάρτες, εμείς δεν είχαμε όπλο, μπροστά εκεί ήμουν, εβγανάμε τον ανήφορο απάν, ένα καψάλι περνούσαμε, έπερνε και άνοιγε η μέρα, το καράβι που ήταν στην θάλασσα το βλέπαμε πριν φτάσουμε ακόμα στον Παντελεήμονα. Ήταν θαμπά χαραΐ, ο στρατός ξεκίνησε να μαζεύει τις σκηνές αφού δεν φανήκαμε ακόμα. Μόλις μας είδαν άρχισαν να φωνάζουν να παραδοθούμε. Εμείς ήμασταν μια ομάδα με τον Γιάννη Πάνο, Νίκο Μπουζούκη ή Μπάτσικα ή στραβό, Νίκος Τσιντσιράκος, Βασίλης Τσολάκης. Πριν Φθάσουμε απάνω ήμασταν τρυπωμένοι στις κουμαριές. Όλοι οι πολίτες σκόρπισαν άλλοι πάνω άλλοι κάτω. Την ίδια μέρα, απόγευμα μας έζωσε ο στρατός και έριχναν στον αέρα, μια βουή ακούγονταν και φώναζαν:
 Παραδοθείτε πολίτες!!!!
 Γίνουνταν πανζουρλισμός. Ακούω το Βασίλη Τσολάκη να φωνάζει:
  Τσιάπανε! Ελάτε προς τα εδώ!!
Μ’ αυτόν τον ανθυπολοχαγό που τους έπιασε, γνωρίζονταν ο Τσολάκης.  Πιο παραπάνω ήταν ένας αντάρτης ζαρωμένος σε μια πατλιά, βάνει μια ριπή και παίρνει ένα στρατιώτη που ήταν μπροστά από μας. Ο Στρατιώτης αυτός δεν πέθανε εκείνη την ώρα αλλά το βράδυ στις εννιά, απ’ το Βόλο ήταν. Ήταν δύο αντάρτες εκεί. Τον βάρεσε στην κοιλιά και εκεί που ήταν ο στρατιώτης κάτω τραυματίας, κάτι ανθυπολοχαγοί γυρνούσαν τα αυτόματα σε μας με ριπές. Πέστε κατ, λένε, πήρε το Νίκο Τσιντσιράκο δίπλα στην κοιλιά φούσκωσε και βγήκε απ’ την άλλη, δεν βγήκε εντελώς έξω, φαινόταν. Εμένα πέρασε δίπλα απ’ το κεφάλι, στου Νίκου του στραβού τον ξύρισε, έριξαν επίτηδες, θα μας σκότωναν. Ο φαντάρος γκιλιούνταν καταή, ο Νίκος ούρλιαζε και αυτός, μετά με λεν: "Σύρε εκεί μέσα να παρ’ς τον αντάρτη". Πάω εκεί, ρίχνω τον αντάρτη στον ώμο, γιόμσα αίμα, πλυμάρ από αίμα. Εχ’ και όπλο με λέν. Πάω εκεί βρίσκου και το οπλοπολυβόλο που το είχε βολή κατά βολή ρυθμισμένο και πήρε το φαντάρο. Έϊ είναι κι άλλος, με λεν’. Πάω εκεί, ψάχνω και βρίσκω κι έναν άλλον, ήταν ψηλός και γεμάτος, τον παίρνω και κείνον. Ο πρώτος ήταν καπετάνιος είχε ένα ρολόι στο χέρι και είχε και μια βαλίτσα κάργα πράσινα χάρτινα νομίσματα, τα πήραν οι στρατιώτες, ήταν το 1947. Αυτός είχε ένα ζευγάρι Αμερικάνικα άρβυλα καλά, στα έβγαλα αλλά δεν μ’ έρχονταν καλά, ήταν μικρά και τα πήρε άλλος. Φέρνω και τον άλλον τον ρίχνω καταή, καμία εικοσαριά μέτρα ήταν μακριά, μετά πάω πάλι και βρίσκω κάτι σφαίρες σε μια σακούλα. Μετά από λίγο πέρασαν κάτι Μαυδες από κει απ’ την Σκοτίνα, μεθυσμένοι, και μας φοβέριζαν να μας σφάξουν. Κόβουν τα κεφάλια απ’ τους αντάρτες, μεθυσμένοι τφόξυλα. Παίρνουμε και τους δυο τραυματίες και τους πάμε πάνω στον Παντελεΐμονα, μας έβαλαν σε μια οικοδομή. Οι Μαυδες έφεραν τα κεφάλια εκεί μέσα και τα άφκαν κάτω. Το βράδυ, άφησαν εκεί το Νίκο και τον άλλο τραυματία στρατιώτη, άναψαν φωτιά, ούτε παράθυρα είχε, ούτε πόρτες, ούτε αίμα έβγαινε απ’ την πληγή του Νίκου. Μας την έσβησαν την φωτιά γιατί στις 9 η ώρα πέθανε ο στρατιώτης. Παίρνω τον τρουβά που ήταν δίπλα μου, τον έβαλα στο κεφάλι μου για μαξιλάρι και καμιά φορά, με πάγωσε το κεφάλι. Τι έχει εδώ και με πάγωσε, λέω, κοιτώ μέσα και βλέπω τα κεφάλια απ’ τους αντάρτες. Βρε τι έχω πάθει. Έρχονται το πρωί οι ΜΑΥδες και τα πήραν. Έριχνε ένα ντουρλάπ, ένα χιόνι, πώς να τους κατεβάσουμε κάτω στον Πλαταμώνα. Έρχονταν και οι ΜΑΥδες από κοντά και έλεγαν:
"Άστε τον να τον σφάξουμε,  έχει και αδερφό αντάρτη και μας σκοτώνει", για τον Νίκο Τσιντσιράκο, έλεγαν, έρχονταν οι ΜΑΥδες και μας φοβέριζαν.
Ήταν και ο Γιάννης Ντάμπος ή Ασμίνης,  ο Μήτσιος ο Μπλέτσας και μας φοβέριζαν: "Κατεβάστε τον κάτω να τον σφάξουμε έχει αδερφό -τον Δημήτρη Τσιντσιράκο - αντάρτη".

Αριστερά ο Νικόλαος Βασ. Τσιντσιράκος που τον τραυμάτισε ο ανθυπολοχαγός και που αργότερα σκοτώθηκε ως στρατιώτης στον Εθνικό στρατό, όπως λέγονταν, στο Γράμο. Δεξιά ο αδερφός του, Δημήτρης που σκοτώθηκε ως αντάρτης σε μικρή απόσταση από την περιοχή που τρααυμάτησαν τον αδερφό του.
............................................................................................
  Έρχεται ένας Ανθυπολοχαγός μετά και τον λέμε: "Κυρ’ Ανθυπολοχαγέ, έχουμε τόσα και τόσα κακά που τραβάμε, τι εκανάμε; βιαίως επιστρατευμένοι ήμαστε, μας πήραν οι αντάρτες".
Σαν τους περιλαβαίνει τους ΜΑΥδες, δεν ξανά φάνηκαν. Κατεβήκαμε στον πλαταμώνα όπου εκεί ήταν η διοίκηση. Εκεί είχαν ένα βαγονάκι και έβαλαν τον Νίκο πάνω και μεις μέχρι του Παπαπούλιου την γέφυρα το σπρώχναμε και από το απέναντι μέρος ερχόταν το τραίνο.
   Φτάσαμε στην Γέφυρα και μας λένε οι αξιωματικοί: "Προσέξτε μην σας πέσει νεκρός ή τραυματίας στο ποτάμι καλύτερα να πέσετε και σεις". Τροιζήνες λέγονταν τα βαγονάκια που περνούσαν πάνω στις γραμμές. Τα σίδερα ήταν πάνω στην γέφυρα και ήταν αραιά. Πήγαμε από κει, ανεβήκαμε στο τραίνο. Ποιοι ξέρουν, λέει ένας αξιωματικός, το Πήλιο για να πάμε εκεί και να κάνουμε επιχειρήσεις; Βγήκε ο Μήτσιος ο Κυλινδρής και άλλοι ξένοι και ο Μήτσιος πήγε. Μας άφησαν καμιά δεκαριά μέρες στο τζαμί στα Τέμπη και τρώγαμε απ’ το συσσίτιο, ψείρα κάργα στο τζαμί. Από κει στην Λάρισα. Ήταν Διοικητής Αστυνομίας ο Στεφανής που ήταν και στο Κόκκινο Νερό τώρα τελευταία, μάλλον ο πατέρας του Στεφανή που ήταν υπουργός Υγείας επί ΠΑΣΟΚ. Μας εξυπηρέτησε. Ήταν στην Λάρισα και ο Νίκος Παπαλέξης, εμάς δεν μας έκλεισαν μέσα καθόλου γιατί ήμασταν αυθορμήτως παρουσιασθέντες. Ο Νίκος Παπαλέξης έμαθε, μας πήγε στην αστυνομία όπου ήταν ο Στεφανής και μας απόλυσαν.
  Ο Νίκος Παπαλέξης μας πήγε στο χάνι του Αλεβίζου, όλους τους Αθανατιώτες, ήμασταν δεκαπέντε περίπου και ο Νίκος Μπάτσικας ή Μπουζούκης μαζί, φάγαμε εκεί και κοιμηθήκαμε. Το πρωί ο Νίκος μας πήγε στην πρόνοια, μας έδωσαν από 20 δρχ και ρούχα, σακάκια. Με το Μήτσιο Μπλέτσα και το Γιάννη του Σιτούλ πήγαμε στην Αγιά. Διοικητής ήταν ο λοχαγός Πανταζής και ζήτησα παπούτσια: "Γιατί ρε παιδίμ’ δεν σ’ έδωσε ο Αβέρωφ, μου λέει, δεν έχω, άμα είχα θα σ’ έδωνα". Την επάβριο πάμε στην Μελιβοία. Την επάβριο παν και τίναξαν τις γαλιάγρες στην Βελίκα. Όταν ήρθαμε απ’ την Λάρισα στην Αγιά είχαν φύγει νύχτα ΜΑΥδες και στρατός και ανατίναξαν στην Βελίκα τις γαλιάγρες. Το πρωί μας έδωσαν Ιταλικά όπλα και ήρθαμε προς το χωριό μαζί με τον στρατό. Φθάνουμε στην Μσαμπελιά εμείς, και ένας λόχος πήγε πάνω απ’ την Τσιούκα και έγινε μάχη με τους αντάρτες. Εμείς μέχρι την Βρυσουπτιά και μια ομάδα πήγε προς Αϊλιά. Ή ομάδα μαζί και γώ, φθάσαμε στου Σωκράτη το χωράφι και του Νίκου του Ζαχαρού.  Εδώ στου Γεωργαλά ήταν 2-3 αντάρτες με μια τουρτούρα πολυβόλο και μας καθήλωσε πέρα εκεί. Ήταν εκεί μαζί μου και ο Στεφανάρας και άλλοι ΜΑΥδες χωριανοί και Σκληθριώτες. Μια σφαίρα χτύπησε στο παλτό του Στεφανάρα και το τρύπησε. Καθόμαστε κάτω, έβαλα και μια πέτρα στο κεφάλι. Ο Στεφανάρας έφτιαξε μια γούρνα και έβαλε το κεφάλι μέσα και σήκωσε τον κώλο σιαπάν, τώρα θα σε σκοτώσουν του λέω, ξάπλωσε καταή… Μισή μέρα μας καθήλωσαν εκεί.
Ο Στέφανος Στεφανάρας αριστερά και ο Βαγγέλης Ρουκάς από την Νιβάλιανη το 1948, όταν ήταν επιστρατευμένοι στο ΜΑΥκο της Αγιάς. Ο Στεφανάρας έφτιαξε μια γούρνα και έβαλε το κεφάλι μέσα και σήκωσε τον κώλο σιαπάν. Το σακάκι του αυτό, το κράτησε για ενθύμιο, το έχει πάνω στην ματζάνα, είπε να μου το δείξει να το φωτογραφίσω, αλλά δεν πρόλαβε, έφυγε απότομα, από την καρδιά, ενώ ήταν θηρίο.  
    Έφτασε η ομάδα απ’ την Βελίκα: ο Γρηγόρης Γουργιώτης, Παντελής Σφυρής και στρατός πολύς, τους έβαλαν και έτσι έφυγαν. Πήγαμε και μεις στο χωριό. Το βράδυ φύγαμε προς την Αγιά, ο πατέρας μου η αδερφή μου και η μάνα μου έκατσαν εδώ. Ο Πατέρας μου Γιώργος γεννήθηκε το 1903, ήταν 44 χρονών, ήταν και άρρωστος. Το βράδυ φύγαμε προς τα πέρα και μας έβαναν οι αντάρτες μέχρι τα Νηβολιανίτικα τα αμπέλια. Το βράδυ είχαμε φυλάκια γύρω γύρω στην Αγιά. Έκατσα λίγο στην Αγιά και πήγα στην Λάρισα, δούλευα στα κεραμίδια. Τα κανόνια ακούγονταν μέχρι τη Λάρισα.

ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΙ. Θα γραφούν όλα τα ονόματα όσων επιστρατεύτηκαν στην δεύτερη επιστράτευση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου