Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

ΤΑ ΟΠΛΑ- ΕΚΑΨΑΝ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ- ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Δεξιά η παλιά εκκλησία Αγίας παρασκευής. Κατασκευάστηκε το 1877
Τους έκλεισαν στην εκκλησία

Σμαράϊδω Βούρτουρα: Τον Γιάννη Σφυρή, τον Δημοσθένη Βούρτουρα και τον πατέρα μου Γιώργο Τσαρούχα τους έκλεισαν στην εκκλησία, ήταν σαράντα άτομα.

Σμαράϊδω Βούρτουρα 25-2-2005


 Σμαράϊδω Βούρτουρα: Είχαν και έλληνες μαζί τους.  Την Λένη …. την βίασαν κιόλας, οι Έλληνες όχι οι Γερμανοί.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
Βασίλης Κορδίλας. Έγγραφο 2 σελ. 10 (65)

   Κι’ ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, που κατά τον Βάϊο Αθ. Μπεϊνά, ένα πολύ μνημονικό συμπατριώτη μας, που ζει σήμερα, έμειναν μόνο πέντε (5) μέρες, από τις 14 Οκτωβρίου μέχρι τις 19 του ίδιου μήνα του 1943, ημέρα Τρίτη. Με το ερχομό των Γερμανών κατακτητών στην Αθανάτη,  και πριν απ’ αυτόν, όλο σχεδόν το χωριό εγκατέλειψε τα σπίτια τους και τα νοικοκυριά τους και διεσπάρησαν στα απέραντα δάση τα κοινοτικά, όπου η κάθε οικογένεια είχε και καλλιεργούσε μικρό ή μεγάλο χωράφι και είχε μικρή πέτρινη καλύβα μέσα σ’ αυτό. Στο χωριό, την Αθανάτη, έμειναν μόνο λίγοι παρήλικες, παππούδες, που οι Γερμανοί τους έκλεισαν στην παλιά Αγία Παρασκευή προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν ως εξιλαστήρια θύματα σε περίπτωση που Γερμανός στρατιώτης σκοτωνόταν από τους ντόπιους αντιστασιακούς.
 Καλαθάς Γεώργιος: Οι Γερμανοί έκαψαν τα σπίτια από προδοσιά για τα όπλα. Έκαψαν το Άϊ Θανάση. Τα όπλα ήταν πεντακόσια μέτρα από την εκκλησία.. Τόσοι και τόσοι κουβαλούσαν και κανένας δεν πρόδωσε, από μεταφορείς. Αυτός, (που πρόδωσε) άκουσε για Αϊ Θανάση και δεν ήξερε που ακριβώς. Την Αγιά δεν την πείραξαν καθόλου, ήρθαν κατ’ ευθείαν εδώ.

  Βάϊος. Μπεϊνάς σελ. 25
«Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΓΙΟΥ ΜΑΣ»

   Τότε το αντάρτικο ήταν στην πιο ακμή γιατί είχε οπλιστεί το κίνημα από ιταλικά υλικά πολέμου και στην Κομμένη Ράχη υπήρχε τμήμα του  ΕΛΑΣ συγκροτημένο από αντάρτες των γύρω χωριών, που ήξεραν τον τόπο και με όλα αυτά κινήθηκαν προς Γκούτζιμπο την ίδια βραδιά που ήταν 14 Οκτωβρίου του 43 μαζί τους είχαν ανθρώπους δεμένους που τους πήραν από τα χωριά τους ήταν και ένας παπάς δεμένος και τους σκότωσαν στο Πολυδέντρι Μαυροβουνίου και αυτό το φαινόμενο έβαλε σε συλλογές τους απλούς ανθρώπους

 Β. Μπεϊνάς σελ. 68
«Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΓΙΟΥ ΜΑΣ»

  Μαζί με τον παπά ήταν και μερικοί χωροφύλακες που τους πήραν από το χωριό Δομένικο Ελασσόνας και τους είχαν δεμένους και δεν τους χάλασαν εδώ στο μέρος Κομμένες Ράχες. Αφού νύχτωσε εκείνη την Τετάρτη κατέβηκαν στον Παπάνθυμο από κει στον Γκούτζιμπο στο Μάρμαρο.
 Μία ομάδα (Γερμανοί) έπιασε στον Αγιοθωμά και η άλλη στην Πατσιούκα και την επόμενη μέρα έβγαιναν ανά δυο ως της Τσιαγγάλους την Πέτρα.
Όταν οι Γερμανοί έκαναν επιχειρήσεις στο Πήλιο ήρθαν πάλι στο χωριό χωρίς να ρίξουν ούτε μία σφαίρα.

«Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΓΙΟΥ ΜΑΣ»
Β. Μπεϊνάς σελ 88
   Λίγοι γερμανοί βγήκαν στον αι Γιώργη και έκαψαν την  εκκλησία και κάτι καλυβάκια


ΠΛΑΤΣΑ-ΤΣΙΑΠΑΝΟΥ ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ  28-05-05


   Όταν πέθανε ο Κώτσιος ο Τζήνας που έμενε εδώ στου Μούρη (Δημ. Πλατσά) ο Μούρης ήταν στην Βελίκα γιατί το σπίτι που έμενε εκεί στης Βανθίας ήταν καμένο από Γερμανούς (εκεί στις Βανθίας έμενε ο Κώστας).

ΤΣΙΝΤΣΙΡΑΚΟΣ ΟΔΥΣ ΤΟΥ ΒΑΣ. 14-1-2006 

 Εδώ στο σπίτι μας ήταν η μανιά η Χάιδω και δεν τόκαψαν.  Είπαν τον Νίκο Μπαντάνη οι Γερμανοί. Στην εκκλησιά στον αιΘανάση υπάρχουν μέσα πολεμοφόδια άμα θα βρούμε τον οπλισμό όσοι θα είναι μέσα στην εκκλησία θα τους σκοτώσουμε όλους. Ο Μπαντάνης πάαινε κρεμασμένος σχεδόν και με φόβο, αλλά οι αντάρτες πήγαν το προηγούμενο βράδυ και τα πήραν και τα πήγαν πίσω στο ρέμα. Ήρθαν εδώ στα σπίτια οι Γερμανοί και όσοι δεν ήταν στα σπίτια τα έβαζαν φωτιά. Στου Τσιάπανου ήταν η μανιά η Καλλιόπη που την είχαν ανά μια βδομάδα ο Γιώργος με το Σταύρη και έκαψαν του Γιώργου το σπίτι γιατί η Καλλιόπη ήταν στον Σταύρο.

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ 7-5-2005

Έκαψαν το σπίτι του Μίλτου Κελάρη, του  Τσιαγγάλη Βασίλη τον άλλο τον Τσιαγκάλη τον έλεγαν Γιώργο έμενε πίσω απ’ της Πατριώτινας και τα Γκουνταρέϊκα κάηκαν όλα, τρία σπίτια μαζί και του Θανάση Τσαρούχα.


ΡΑΠΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ή Δήμαρχος .
Οι Γερμανοί έκαψαν: το δικό μας σπίτι μόνο. Ήταν και ένας αστυνομικός, Σδρούλιας Θωμάς λέγονταν, ήταν και με τους Ιταλούς αυτός είχαμε και πατήρια εκεί. Ο Μίλτος Ράπτης της Κατίνας τον έριξε σμπρωξιές τότε με τους Ιταλούς και μετά με τους Γερμανούς ήρθε και έκαψε το σπίτι. Το έβαλαν φωτιά, ήταν απ’ τον παππού τον Μίλτου που ήταν πεθερός του Βασίλη Λυγγέρη. Και γω τον ήξερα τον Σδρούλια. Ήταν πολλοί Έλληνες με τους Γερμανούς. Αυτού στου Λυγγέρη ήταν μεγάλο σπίτι ήταν σχολεία παλιά. Ο Αναγνωστούλης Απόστολος είχε δασκάλα γυναίκα, την Σμαραγδή.

Ανδρίτσιου Πολυτίμη  10-2-07


   Του Σπυρούλη το βρήκαμε καμένο και του Μιλτιάδη Κουβαρά στην Πλατεία, ενώ το μεγάλο του Κουβαρά το έκαψε ο στρατός, κοντά θα το καιγαν και τούτο (Ζιάκα), αλλα ήταν μια δασκάλα Ρινούλα που κάθονταν στου Μιλτιάδη το σπίτι από το πίσω μέρος πάαινε και έμεινε, είχε χρόνια εδώ.

Λυγγέρης Βασίλης 16-2-2007


   Ο πατέρας μου είχε σκλήρυνση κατά πλάκας και ήταν πάνω στο σπίτι όταν ήρθαν οι Γερμανοί και έφεραν γιατρό για να τον δει και τον έδωσαν κάτι χάπια και έτσι γλύτωσε. Στο σπίτι του Κολοβού ήταν μέσα ο παππούς Γιάννης Κολοβός.


Τσιάπανος Σταύρος του Γεωργίου 25-2-2005


   Έκατσαν μια βδομάδα και την τελευταία μέρα έκαψαν τα σπίτια. Εμένα μ’ έκαψαν το σπίτι. Οι Ντούκδες απ’ το Λέχωβο το φτιαξαν το 1936. Έκαψαν και την πέτρινη καλύβα του Σταύρου Τσιάπανου, έκαψαν και τα κουμάσια του Μπάρκα


ΓΑΛΑΝΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ17-6-95 ΣΕΛ 12-15

 

Δεν ξέρω την ιστορία με τα όπλα. Όταν έκαψαν τα σπίτια δεν ήταν κανένας εδώ, αυτά τα σπίτια ήταν όλα μαζί συνδεδεμένα, Πλατσέικα, Γαλανούλη, μέχρι εδώ στο δρόμο.


Αργύρης Αθανάσιος 17-6-95. Κάηκαν του Κλεάνθη Πλατσά, Γιώργου μαζί με Δημήτρη Πλατσά, τα Τζινέϊκα, του Δ. Δαλδά ή Κάστα.


ΜΠΕΪΝΑΣ ΒΑΙΟΣ 16-7-95 ΣΕΛ 135-146 ΚΑΣΕΤΑ17
 οι ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΚΑΨΑΝ

    Του Ντάϊρα το σπίττι κάηκε επί Γερμανών όχι από τους Μάυδες τον Οκτώβρη του 43 γιατί ήρθαν μέρα τετάρτη και έφυγαν κυριακή  5 μέρες έμειναν. Στις 19 Οκτωβρίου έφυγαν 18-19 έκαιγαν τα σπίτια.  

ΡΑΠΤΗΣ Μιλτιάδης.   16-6-1995
Στις 23 Οκτωβρίου έκαψαν 83 σπίτια, Αντριτσέϊκο, Γκουνταρέϊκο, Γαλανούλη, Πλατσέϊκα, Γουργιουτέϊκα (Τέκα, Νίκου Μπελιά), Σφηνέϊκα, Αντώνη Δαλδά, Μπουζούκη Βάϊου, Ασμηνέικα. Καλαθά Αχιλλέα του Γεωργίου. 

ΜΑΣΟΥΡΑΣ ΡΙΖΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ 10-3-07

Χαρίκλεια: Εδώ, το μαγαζί του Μίλτου Εθυμιάδη το έκαψαν οι Γερμανοί.

Καλαθάς Γεώργιος σελ. 13-16 
ΣΠΙΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΗΚΑΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ
     Δεν ήμουν εδώ όταν κάηκαν τα σπίτια με τους Γερμανούς. Τα Καλαθέικο κάηκε, Θεμιστοκλή Μπάτσικα, τα Σφηνέϊκα (Χαρατσή) τα Γουργιουτέϊκα. Τα Τσαουσέϊκα Ράπτη Δημητρίου (Χέσα) Ράπτη Βάϊου, Τζαλαβουρέικα όλα, Αλέξη, Μήτσιου, Γιώργη, Στέφανου, Δαλδά Θανάση, Λέτσιου Δημήτρη, Δαλδά Δημήτρη, Κελάρη Μιλτιάδη, 83 σπίτια κάηκαν. Ποιος θα τα θυμάται όμως; Πλατσέϊκα όλα στη Σωτήρω.  Έλληνες είχαν κοντά τους, όχι όμως Αθανατιώτες. Να πεις τον Παναγιώτη Πλατσά ( Σαλαμπάλα) Ο Παναγιώτης ήταν αντάρτης στον ΕΛΑΣ και η γυναίκα του ήταν εδώ.

ΤΖΑΛΑΒΟΥΡΑΣ Ν. ΤΟΥ Γ. 15-7-95

 έκαψαν οι Γερμανοί

   Σπίτια που έκαψαν οι Γερμανοί: Ανδρίτσιου Δημητρίου του Ιωάννη, Γκουντάρας Ιωάννης, Δαλδάς Δημήτρης, Γκουντάρα Βάϊου, του Γκουντάρα Ευθυμίου το προλάβαμε και το σβήσαμε. Του Τζαλαβούρα Νίκου, Τζαλαβούρα Δημήτρη, Τζαλαβούρα Αλέξη, Πλατσά Δημήτρη, Πλατσά Κώστα, Πλατσά Βασίλη, Γαλανούλη Παναγιώτη, Κελάρη Βασίλη, Ανδρίτσιου Κων/νου, Νέντου (Τσόλα), Πλατσά Κλεάνθη, Πλατσά Θύμιου, Βούρτουρα Βάϊου, Γκουντάρα Βασίλη, Βούρτουρα Κλεάνθη, Πλατσά Ιωάννη, Πλατσά Γεωργίου αυτού που είναι τώρα του Ιωαν. Πλατσά (ταγματάρχη). Ασμίνη Γιώργου του Γιάννη.


ΧΑΠΗΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 6-3-2005 ΣΕΛ 289-297


 Έκαψαν του Λουκανίκα Στέφανου, Βούρτουρα Βασίλη, της Αυθυμούλας τ’ Νίκου τ’ Γάτ. Έκαψαν και μένα το σπίτι το παλιό το Σαραφλέικο, σκότωσαν τον Λουκανίκα Ιωάννη

Λυγγέρης Βασίλης 16-2-2007 

 

Βασίλης: Έδωσαν φωτιά τα Καντλαρέϊκα και Νίκου Δαλδά, του Γκλόμπα, Βαλάρη στου Μύλους, του Περδίκη. Στου Βαλάρη κάθονταν τρεις οικογένειες και ένα του Βασίλη Βαλάρη, και ένα του Φώσφουρου το Γαλέϊκο. Εμείς ήμασταν στην Κουτσουπιά. Πέρασαν στην Άλχωρα έκαψαν την εκκλησία, έκαψαν του Λούκα, Ράπτη τις καλύβες και την δική μας από κει δεν την έκαψαν, του Κακάσιου την έκαψαν, και από πέρα μεριά τάκαψαν ούλα. Την καλύβα του Νίκου Στραβού, του Οδυσσέα Μπαμπή την έκαψαν.

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΓΑΡ. 25-12-2005
Έκαψαν σπίτια

Μόλις έφυγαν οι γερμανοί, ήρθαμε εδώ λίγο αργότερα έκαψαν του Αθαν. Ανδρίτσιου, Του Βασ. Βαλάρη, και του Κανδυλάρη Στέφανου τα σπίτια. Ήταν μαζί με Έλληνες κουκουλουφόρους, αυτοί έκαιγαν τα σπίτια. Λένε, ότι, όταν έφυγαν δεν τους πήραν μαζί τους. «Εσείς προδώσατε την πατρίδα σας τι σας χρειαζόμαστε στην Γερμανία….» τους είπαν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΛΔΑΣ 3-7-2005
ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΠΛΑΤΣΑ 3-7-2005

  ΓΙΩΡΓΟΣ: Τον πατέρα μου τον πήραν στην εκκλησία. Ήταν κουρέας στο καφενείο του Βασίλη Αναγνωστούλη. Αφού κούρεψε τον Γερμανό έφυγε για το σπίτι. Μόλις έφτασε εδώ έκαιαν του Βασίλη Γκαλιάκη το σπίτι, κολλητά στο δικό μας. Τους είπε εγώ είμαι ο κουρέας που σας κούρεψα και δεν το έκαψαν. Ήταν στο Μτσιάρ κάτι χωροφύλακες με του Γερμανούς ντυμένοι στρατιωτικά και κυνηγούσαν ένα γουρούνι να το πιάσουν  για να το σφάξουν και φωνάζουν: Ά!!! μας έφυγε!»  ήταν Έλληνες. Ήταν και ο Βασίλης Κορδίλας στην εκκλησιά.
Ευρύκλεια: την Λένης  Νέντου το σπίτι το έκαψαν οι Γερμανοί. Πάμε στην Βελίκα να φτιάξουμε σπίτι, έλεγε ο Νέντος εκεί θα ρθούν όλοι αλλά η Λένη δεν ήθελε.


ΕΚΑΨΑΝ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ

Ανδρίτσιου Δημητρίου του Ιωάννη
Ανδρίτσιου Κωνσταντίνου
Ασμίνη Γεωργίου
Ασμίνη Ιωάννη
Βαλάρη Βασίλη
Βούρτουρα Βάϊου
Βούρτουρα Βασίλη
Γάλλου
Γκουντάρας Ιωάννης
Γκουντάρα Βάϊου.
Γκουντάρα Βασίλη
Γκουντάρα Ευθυμίου.
Γκλόμπα
Γουργιώτη Κυριάκου
Δαλδά Αθανασίου
Δαλδά Δημητρίου
Δαλδά Νικολάου
Δουβώρη
Ευθυμιάδη Μιλτιάδη το καφενείο
Καλαθά Αχιλλέα του Γεωργίου
Κανδυλάρη
Κελάρη Μιλτιάδη
Λουκανίκα Στέφανου
Μπάτσικα Θεμιστοκλή
Μπουζούκη Νίκου
Νέντου Βασίλη (λίγο)
Περδίκη
Πλατσά Βασίλη
Πλατσά Γεωργίου (στου Ταγματάρχη)
Πλατσά Γεωργίου (Σωτήρος)
Πλατσά Δημήτρη
Πλατσά Ευθυμίου
Πλατσά Ιωάννη
Πλατσά Κλεάνθη
Πλατσά Κώστα.
Ράπτη Βάιου
Ράπτη Δημήτρη
Σπυρούλη Δημητρίου
Σαραφλά
Τζαλαβούρα Στέφανου
Τζαλαβούρα γεωργίου
Τζαλαβούρα Νίκου.
Τζαλαβούρα Δημήτρη.
Τζαλαβούρα Αλέξη.
Τσαρούχα Αθανασίου
Τσιαγγάλη Βασίλη
Τσιάπανου Γεωργίου του Αναστασίου
Χαρατσή Νικολάου
Χαρατσή (Σφηνέικα)
Εκκλησία Αγίου Γεωργίου
Λουκανίκα καλύβα
Μπάρκα- κουμάσια
Ράπτη Δημητρίου -καλύβα
Τσιάπανου Σταύρου πέτρινη καλύβα
ΠΕΡΔΙΚΗΣ ΒΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΓΟΝΗ 5-03-05

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΠΕΡΔΙΚΗ: Εκεί στην Αλευριά, στην γειτονιά, δεν έκαψαν κανένα σπίτι. Τα Περδικέικα έκαψαν και του Φώτη Σπυρούλη και όλα τα Σπυρέϊκα. Τον πατέρα μου Νίκο Λαδά, τον Μιλτιάδη Μπαντάνη, Νίκο Μπαντάνη τους έκλεισαν στην εκκλησία..

Αντωνούλης Ιωάννης31-3-2005
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ,  ΤΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΗΚΑΝ

Ιωάννης: Όταν ήρθαν οι γερμανοί αν έχεις ακούσει στις 14 Οκτώβρη, του 43 έκατσαν και έφυγαν. Κατέδωσαν από Αγιά ότι πήραμε όπλα στην Αθανάτη Σκοπό είχαν να βρουν τα πολεμοφόδια και αν δεν τα βρουν να συγκεντρώσουν 100 άτομα και να τα σκοτώσουν. Αυτά μου τα είπε ο Μπαντάνης Νίκος που τον είχαν μέσα στην εκκλησία και ήξερε Αγγλικά. Δεν μπόρεσαν να βρουν τα πυρομαχικά τα είχαν στον αι Θανάση πίσω με κάτι κλάρες πάνω. Πήραν ένα γερμανό, καλό παιδί, και πήγαν στον Άι Θανάση μέσα στην εκκλησία βρήκαν μία κάνη από όπλο πολυβόλο και τους λέει τρυπώστε την και από κει κάτω βρήκαν τα πλατάνια που ήταν ριγμένα πάνω στα όπλα και δεν γύρισε το παιδί να κοιτάξει προς τα κει. Αφού δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν 100 άτομα μόνο 37 συγκέντρωσαν. Είχατε τυχερό λέει που δεν μπορέσαμε να συγγεντρώσουμε 100 άτομα, τώρα θα κάψουμε τα σπίτια. Και άναψαν 83 σπίτια. Το δικό μας κάηκε λίγο το πρόκαμε η Ζωγούλα η Καρυφίλη

ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Βαλάρης Σωτήρης
Βούρτουρας  Δημοσθένης
Γάλλος Στέφανος
Γάλλος Χαράλαμπος
Γκαμπράνης Γιάννης
Γκουβάνης Βασίλης
Δαλδάς Γιάννης του Γεωργίου
Δαρίκας Στέφανος ή Νταρίκας
Ζιούρκας Βασίλειος (Σαντράτσ' )
Κολοβός Γιάννης
Κορδίλας Βασίλης
Κυλινδρή Μαρία
Λαδά Νίκο
Λέτσιος Δημήτριος.
Μπαντάνης Μιλτιάδης
Μπαντάνης Νίκος
Παπαλέξης Αλέξης
Ρήγα Μαρία
Ρήγας Λάμπρος
Σφυρής Γιάννης
Τσαρούχας Γιώργος
Τσιάπανος Γιώργος ή Τζιώλας
Τσιάπανου Αικατερίνη του Τζιώλα
Τσιντσιράκος Βασίλειος του Δημητρίου
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ- ΘΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ BLOG melivoia. Έχει: ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.



Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

ΤΟΥΣ ΠΗΡΑΝ ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ- ΒΟΥΡΤΟΥΡΑ ΕΛΕΝΗ

ΒΟΥΡΤΟΥΡΑ–ΑΣΜΙΝΗ ΕΛΕΝΗ Σύζ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

 22-07-2005

(τους πήραν οι αντάρτες)

  
Ν.Τ. Η οικογένεια της Ελένης Βούρτουρα είχε το σπίτι της στα Ασμηναίικα, που βρίσκονται στην περιοχή πάνω από την Πλατεία και που έχει το όνομα Μουριά. Ο γαμπρός μας Βατζιάς Γεώργιος γνωρίζει αρκετά για την ιστορία του χωριού μας και μου είπε ότι η καταγωγή των Ασμιναίων είναι από το χωριό Ασμίνειο της Βορείου Εύοιας. Ο Ασμίνης ήρθε γαμπρός στον Καλαθά, αλλά και οι Ραπταί (Τσιαουσαί) και από αυτούς ήταν κάποιος γαμπρός στον Καλαθά. Εκεί κοντά βρισκόταν και το σπίτι του γιατρού Γρηγόρη Παπαλεξανδρή.
Επειδή αργότερα θα φυτονομάζουν την περιοχή, γιαυτό δεν πρέπει να ξεχάσουμε να πούμε ότι: Σ’ αυτήν την περιοχή, απ’ τον δρόμο τον κεντρικό και από την Πλατεία δυτικά, ήρθαν γυναίκες από τις Μούρες (Μούρεσι του Βόλου) και από άλλες περιοχές του Βόλου, αλλά επειδή ήταν περισσότερες από το Μούρεσι, τα παιδιά τους τα έλεγαν: «Οι μάγκες της Μουριάς» και την περιοχή «Μουριά»

ΕΛΕΝΗ:
Γεννήθηκα το 1926.
   Τον πατέρα μου τον πήραν οι αντάρτες. Εκείνο το βράδυ ήταν στο καφενείο, εκεί στου Πενήντα, που ήταν καφενείο και παντοπωλείο μαζί, ήταν στις 14 δέκα τέσσερες Μαρτίου του 1947, Παρασκευή βράδυ. Πέρασε η μάνα μου από τον Αλέξη Παπαλέξη που τον είχε αδερφό και μετά φώναξε τον πατέρα μου να ’ρθει να φάει. Μόλις ξαπλώσαμε, ακούμε να χτυπάει η πόρτα και να φωνάζουν:  Βασίλ’! Βασίλ’!. Ήταν δυο αντάρτες και λέν’: «Μια μικρή ανάκρισ’, εδώ, στο καφενείο να δώσεις». Έρχεται πάνω στο δωμάτιο και λέει:
-  Άι, κορίτσιμ’ θα φάω κανά ξύλο απόψε.
-  Α, χέσα, μη φοβάσαι, λέω, αφού σου είπαν στο καφενείο θα πας… Κινούν και η μάνα μ’ από κοντά, γυρίζ’ πίσω και λέει: «Δεν παν’ στο καφενείο, αλλά προς την Γιδαριά» και πάμε μαζί προς τα κει. Στο δρόμο βρίσκουμε τον Στέφανο Γάλλο (Στεφανάκο) και τον Κίμωνα Κουβαρά ή Ευθυμιάδη, γιατί εκείνο το βράδυ πήραν και το γιο του Στέφανου, τον Μήτσιο Γάλλο.  Ήρθαν και αυτοί να δουν που παν τον Μήτσιο. Εμείς, μόλις φθάσαμε στην Γιδαριά είδαμε τον έναν αντάρτη, που ήταν ο Στέφανος Πλατσάς και έναν άλλο μαζί με τον πατέρα μου. Έι Στέφανε Πλατσά! φωνάζω, γύρνα και σκότωσέ τον εδώ, σ’ αυτά τα καφενεία και τα μαγαζιά πήγαν κι άλλοι και δεν ξαναγύρ’σαν, σκοτώστε τον εδώ, μην τον παίρνετε και τον κάνεται άφανο. Φεύγει, μπροστά αυτός, όχι φύφγα, όπως τρέχει το άλογο. Το άλλο το παιδί ήταν ξένο, ο πατέρας μου μας τραβούσε, ελάτε έλεγε, αλλά ελάτε έλεγε και το ξένο παιδί. Βγαίνουμε πάνω στου Βαγγέλη Παπαστέφανου το σπίτι στου Τσιρέα, εκεί στις καρυές από κατ’, ήταν μαυρίλα από αντάρτες. Βγαίν’ ένας αντάρτης και φωνάζει:
Που πάτε τομάρια; Γυρνάτε πίσω, και με σπρωξιές εμένα και την μάνα μου, γυρίσαμε προς τα κατ’, εκεί βρήκαμε το Μήτσιο Ντάιρα ή Δουβώρη. Τι επαθέτε; μας λέει. Να, πήραν τον πατέρα μου, λέω. Μετά, εκεί στο σπίτι του Φανή της Βάσιος βρήκαμε τον Καλακά Βασίλη, πήραν και αυτόν και τον είχαν βαλμένες χειροπέδες, ήταν ντερέκη και τον φοβούνταν. Να, εκεί στου Χρήστου Ντάιρα, πάλι ο Στεφανάκος Γάλλος με τον Κίμωνα, εγώ φώναζα. Κατέστρεψαν το χωριό και άλλα. Πάψε κορίτσιμ’, μη λες τίποτα θα πάρ’ν κι σένα κι θα σι σκοτώσ’ν, είπε ο Κίμων. Έλα δω ρε Κίμων… Απόψε άμα πάτε αυτού  απάν, δεν θα σώστε τον κόσμο; Γιατί δεν πάτε; Όταν ήρθε ο Σταυρουλάκης στο γραφείο (Κοινοτικό) και πήρε σαράντα άτομα και τα πήγε στην Λάρισα, δεν σηκώθηκε ο πατέρας μου, ο Παπακώστας, ο Κορδίλας και άλλοι καναδυό και πήγαν και τους έβγαλαν και το ταχιά το πρωί τους έφεραν εδώ; Εσείς γιατί δεν πάτε; Δεν ματα έκριναν ντηπ, δεν πήγαν καθόλου. Ο Στέφανος γύρισε πίσω. Ο Καλακάς είχε την μάνα του Γιώργου Γκαλιάκη  γυναίκα. Πήγε η μάνα μ’ στου Καλακά το σπίτι, να δει αν γύρισε, μετά πήγε στο σπίτι του Τάκου Αλέξη, πήραν και τον Μήτσιο Μπελιά και Καλαγιά Γρηγόρη, τους πήγαν στην Κορομπλιά, τους σκότωσαν και τους έριξαν μέσα στην μπάρα. Ο Μπλαντός που είχε κτήματα στην Κορομπλιά έβλεπε τον σκύλο όλο αίματα και πήγε εκεί κάτω να δει τι είναι, και τους είδε όλους μέσα στην μπάρα και το ταχιά πήρε την φαμπλιάτ’ και πήγε στην Αγιά και μετά από μέρες, είπε στην μάνα μου: «Μην πας πουθενά, τον Βασίλ’ τον έχουν σκοτώσ’, σε γελούν ότι ζει». Ο Δήμος ο Γάτος ερχόταν εδώ και έλεγε:
-       Ζει ο Βασίλης και θα τον φέρ’ν και θα μας ψύσ’ αρνί, Μήτσιου, έλεγε τον αδερφό μου.
-       Δυο θα σας ψήσω άμα ρθει ο πατέρας μου.
 Ερχόταν ο Νίκος ο Γουργιώτης και έλεγε:
-       Τον είδα τον Βασίλη και ένα που δεν κουβεντιασάμε, εμένα να πιστέψεις.  Έτσ’ μ’ έλεγαν και μένα μας είπε κοντά (αργότερα). Τον είδα, έλεγε, θα τον σκότωσαν κοντά. Πάαιναν μερικοί αγράμματοι και κακοί και έλεγαν ψέματα, ότι έτσι είπε ο τάδε, ο τάδε και τους σκότωναν, που τους ήξεραν τους ασυρμάτους; απ’ τα πρόβατα; Τον πατέρα μου τον πήραν, τάχα ήταν στην οργάνωση του Ζέρβα, υπήρχε Ζέρβας εδώ; Ο Ζέρβας ήταν στην Ήπειρο, ψέματα για να δικαιολογήσουν τους σκοτωμούς.

Ν.Τ. Έχω ακούσει και έχω γράψει αρκετές ιστορίες, δεν θα τις κρίνω, αλλά θα τις αφήσω για να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του, μόνος του ή ρωτώντας και παίρνοντας γνώμες από πολλούς, γιατί ο ένας μπορεί να είναι και επηρεασμένος από κάπου, ή κάτι, μη βιάζεστε για συμπεράσματα, θα δείτε πολλά, μία λέξη που την είδα παντού, ήταν η "ΖΗΛΕΙΑ", από αρχαιοτάτων χρόνων ακόμα, ό,τι χειρότερο.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ BLOG melivoia. Έχει: ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.

ΛΙΡΕΣ ΚΑΙ ΔΟΛΑΡΙΑ- ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΖΑΛΑΒΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ

ΣΤ. ΤΣΑΛΑΒΟΥΡΑΣ  17-06-1995 Στην πλατεία Αγίου Νικολάου
ΛΙΡΕΣ – ΔΟΛΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

   Ν.Τ. Αυτή την ηλιόλουστη μέρα καθόμασταν στην Πλατεία περισσότερα από είκοσι άτομα γύρω από το μαγνητόφωνο. Κάθε ένας έλεγε αυτό που ήθελε. Επειδή ήμασταν πολλοί, νομίζω ότι ο κάθε ένας κάτι θα έκρυβε, δεν θα τά ’λεγε από νερό και άλας όλα, ιδίως όταν ήταν για χρήματα από την εποχή του εμφυλίου, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να ψάχνετε εκεί που εκατοντάδες κόσμος έχει ψάξει, αλλά μέχρι τώρα τίποτα δεν βρέθηκε. Και αν εύρισκε κάτι κάποιος, θα μας το έλεγε;  Ο Στέφανος έλεγε και όλοι μας τον ακούγαμε με ανοιχτό το στόμα, μήπως ξεφύγει καμιά λίρα και την αρπάξουμε.

   Στέφανος: Έρχονται τώρα ξένοι πολλοί εκεί πέρα στον Γκούντζιμπο γιατί έχουν μια πληροφορία ότι στον εμφύλιο πόλεμο ο Θύμνιος Πλατσάς και καναδυό καπεταναίοι, αν και ξέρω που κατασκήνωσαν, είχαν δέκα μέρες, έφερε δυο φορτώματα λίρα. Αυτοί (οι καπεταναίοι) ήρθαν στην περιοχή μας μετά τον εμφύλιο. Όταν ήρθε ένα στράτευμα αντάρτες και κατασκήνωσε σ’ ένα μέρος, ύστερα από λίγες μέρες οι άλλοι δυο έφυγαν για το Γράμμο, αλλά ο Θύμνιος έκατσε κοντύτερα. Έφεραν τις κάσσες και τις παράχωσαν. Είναι κάτω χαμηλά στο γιαλό. Από πάνω βρίσκω μια φορά, μια παταριά, τρεις ανθρώπους:
- Τι κάνετε εδώ; ρώτησα.
- Θέλουμε να ’γοράσουμε όλη αυτή την περιοχή.
 -Τι να την κάνετε, ρε, παιδάκι μου; Είναι μακριά απ’ τη θάλασσα...  Εκεί είναι τα χωράφια του Νίκου Τζαλαβούρα, Παπαλεξέικα, Νταμπέικα. Ήθελαν εκατό στρέμματα και άνω. Έχει καναδυο τρία χρόνια που ήρθαν και με ρωτούσαν:
- Θα τα πουλήσουν, ρε, παππού;
- Δεν ξέρω, λέω.
-  Μήπως ξέρεις αν κάπου εδώ κοντά ήταν μια αραποσκιά;
- Τότε εγώ σκαρφίστηκα.
Τι τη θέλετε την αραποσκιά; είπα.
-  Να, ήταν εδώ παλιά αυτή η σ’κιά και έφτιαχνε σύκα καλά.
- Δεν την ξέρω, λέω. Εγώ όμως την ήξερα που βρίσκονταν αλλά αυτοί δεν την βρίσκουν τώρα γιατί στέγνωσε και σάπησε. Εγώ τις ήξερα γιατί είμαι από μικρό παιδί εκεί.
- Εφαγάμε σύκα καλά, μετά πήγαμε στην αραποσκιά, φάγαμε αρραπόσκα, μετά βρήκαμε ένα βρυσούλι ήπιαμε νερό. Με τα ’παν αυτά όλα. Εγώ σκαρφίστηκα αλλά δεν τους μαρτύρησα.
 - Παππού έχεις πολύ καιρό που μένεις εδώ;
- Εδώ με γέννησε η μάνα μου.
- Έρχεσαι μαζί μας;
 - Δεν έρχομαι.
- Γιατί;
- Δεν έρχομαι, γιατί να’ρθω; Γιατί σε τέτοια πράγματα δεν είναι να κρίνεις γιατί μπορεί να σε σκοτώσουν εκείνη την ώρα. Αφού είπαμε πολλά, φτιάξαμε και τσιγάρα, λένε πάλι:
- Βρε παππού, έλα μαζί μας θα σε κάνουμε πλούσιο. Να μας δείξεις το Βρυσούλι, να μας δείξεις που ήταν η αραπουσκιά, να ήταν και 4 έως 5 μπλιές εκεί, πήγαν μετά έφαγαν μήλα αυτοί κλπ.
-  Δεν ξέρω, μωρέ, στέγνωσαν αυτά.
 - Δεν τους μαρτυρούσα γιατί είναι επίφοβο να πάω εγώ κοντά. Ο Ρίζος ο Τράκας έφτιαξε το χωράφι δίνοντας 300.000 δρχ για να στ’ αγοράσουν και απόμεινε πάλι, τον κορόιδεψαν.
Ν.Τ. Που; Εκεί στην Ντράγκα;
Στέφανος: Ναι, εκεί στην Ντράγκα, ήρθαν να τα  αγοράσουν, στην πηγή λίγο πιο πέρα, να τα αγοράσουν όλα. Να βρουν ντε και καλά 3 κιβώτια λίρα και ένα χρηματοκιβώτιο δολάρια. Τα ’φεραν απ’ τη Σκήτη. Αυτά μας τα μαρτύρησε ένας σκητιώτης, που αυτός τα ’φερε εκεί. Ο σκητιώτης τα φόρτωσε στο ζώο, τα ’φερε σ’ ένα διάστημα και μετά τον κυνήγησαν αφού τα ξεφόρτωσε εκεί στην Ντράγκα που έμεινε ο Θύμνιος. Αυτός ο Σκητιώτης ήρθε αργότερα εδώ στην περιοχή μας αλλά αντί για δω τον πήγαν πέρα στου Μούμου. Δεν είναι εδώ, λέει, ο σκητιώτης, αλλού τα ξεφόρτωσα. Έκλεισε και το μέρος, έφυγε ο άνθρωπος αυτός, πέθανε και ο σκητιώτης. Και τώρα επειδή εγώ ξέρω και το μέρος, ξέρω τα μονοπάτια, ξέρω τα νερά, ξέρω πάνω κατ’ που έμεινε ο Θύμιος, γιατί με όλη την κατάσταση που ήταν εδώ, κάναμε τσιγάρο μαζί, Με λέγαν:

- Έλα ρε παππού να μας πεις.
-  Δεν ξέρω ρε παιδάκια μου, λέω.
 -Που ήταν το βρυσούλι; Που ήταν η αραποσκιά;
- Δεν ξέρω ρε παιδιά έλεγα εγώ.

ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΚΟΝΟ ΤΟΥ

Τζαλαβούρας: Πάνω από την καλύβα στην Ντράγκα, εκεί ο Θύμνιος βρήκε δυο πιθάρια, το ένα το πιθάρι το ’σπασε το άλλο το πήρε.
Ν.Τ. Εκεί είναι που μ’ έλεγε η γιαγιά μου ότι βρήκαν μια πινακίδα που έγραφε Ιησού Χριστέ Χαίρε;
Τζαλαβούρας: Την έφερα εγώ αυτήν, εγώ την έβγαλα. Την πήρε ο αρχαιολόγος, έκατσα και μια βραδιά μεσ’ το πειθαρχείο. Δεν την έδωσα την πινακίδα. Αλλά η πινακίδα δεν ήταν στου Θύμνιου Γκουντάρα. Ξέρεις που ήταν;
Ν.Τ. Που;
Τζαλαβούρας: Στα Καστριά, από κει την έφερα προς τα πάνω εγώ, στο γομάρι την έβαλα, γιατί η μισή ήταν, δεν ήταν ολόκληρη. Αυτή την πινακίδα όπως είχε τις φωτογραφίες οικογενειακώς, απάν’ ήταν ο Κωνσταντίνος με την Ελένη, στην άκρη  σπασμένη και το κασιακάτ  έλειπε, ήταν μέχρι τη μέση, τα πόδια έλειπαν. Εγώ θαρρούσα να πάρω τίποτα λεφτά, να μι την πληρώσει, αλλά αυτός τη φωτογράφησε και έφυγε. Αλλά δεν μπορούσε να βγάλει τα γράμματα. Πήγε στην Αθήνα τα εξέταξαν εκεί και λέει ότι ήταν Αρχαία. Ήρθε εδώ και μου είπε να στη δώσω. Σαν την πληρώσεις, του έλεγα εγώ. Ορέ την δίνεις ή δεν τη δίνεις; Όχι, θα μου την πληρώσεις, έλεγα. Πήγε στην Αστυνομία και ήρθε η αστυνομία και με πήρε απ’ τον Γκούτζιμπο. Δύο χωροφυλάκοι με πήγαν στην Αγιά μ’ έκλεισαν στο πειθαρχείο. Ήταν ένας αστυνόμος, Πατριαρχέας λέγονταν. Ήταν το 1930 ή το 1929 εγώ γεννήθηκα το 1913. Πήγα στην Αλβανία πολέμησα και μετά παντρεύτηκα.

Στην αρχή της σελίδας και αριστερά με ένα κλικ βρίσκεστε στο melivoia blogspot

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ BLOG melivoia. Έχει: ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Ο ΠΑΡΑΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΡΛΑ, ΓΑΜΠΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ- ΚΑΛΑΘΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Γεώργιος Καλαθάς

Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Γιώργου Ευθυμιάδη: Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ.

Ο Σούρλας θα κατέστρεφε το χωριό που το αποκαλούσε Διοίκηση της Μόσχας, Διοίκηση των Ανταρτών
Καλαθάς Γιώργος 18-07-1995
   Τώρα κοντά, το 1955-1956 πήγαμε στο χωριό Νίκαια, βγάζαμε φακές και μετά θερίζαμε. Ήταν κουμπίνες τότε κι εμείς θερίζαμε αυτά που ήταν πεσιά και δεν τα έπαιρνε η κομπίνα. Μεροκάματο ήμασταν και παίρναμε 30 οκάδες σιτάρι την ημέρα. Ο Αποστόλης Φαναράκης μας πήγε στο Μπακράτσι (Ζάπειο) σ' ένα καφενείο.  Αυτός γνώριζε τον δεύτερο καπετάνιο μετά τον Σούρλα που ήταν και τραυματισμένος, Βασίλης Κουκούλιας λέγονταν.
   Πήγαμε στο καφενείο, ήρθε μας είδε ο Βασίλης και μας πήγε στα χωράφια, ουδεκεί ήταν τα χωράφια. Πήγε στο σπίτι του και μας έφερε φαΐ, ψωμί αρκετό, φάγαμε καλά. Απ' το πρωί μέχρι το βράδυ βασίλεμα ηλίου δουλεύαμε. Ήρθε το βράδυ και μας λέει να πάμε στο σπίτι του να φάμε. Μόλις πήγαμε στο καφενείο και γνωριστήκαμε με τον καφετζή:
-       Από που είστε βρε παιδιά; μας είπε ο καφετζής.
-       Από Αθανάτη, του απαντήσαμε.
-       Πρέπει να είστε αριστεροί, μας είπε. Πραγματικά με τον εμφύλιο ήταν εδώ όλο αντάρτες.
-       Ναι, είμαστε, λέμε. Πραγματικά ήμασταν. Ήμασταν: ο Μπάτσικας Γιάννης, Ψαρής Γιάννης, Μπάτσικας Αντώνης, Παπαστέφανος Στέφανος, Μπαντάνης Νίκος και άλλοι.
-       Σε αυτόν τον Σούρλα πήγατε; Βρε ούτε σπιρί στάρ’ δεν θα σας δώσει, αυτός ήταν καπετάν Σούρλας, χαζοί ήσαστε; και παίρνουμε ένα φόβο γιατί τα πράγματα ήταν φρέσκα, φοβούμασταν.
   Πάμε το βράδυ στο σπίτι για να φάμε, είχε δυο σπίτια εξαιρετικά, καινούρια. Σπίτια δεν είχαν με πέτρες αλλά είχαν με τούβλο –πλυθιά από χώμα. Είχε δυο κορίτσια. Φάγαμε καλά και μας λέει.
-       Παιδιά δεν θα φύγετε κανένας. Εμείς είχαμε και τα παλιοτσιόλα, κουβέρτες κατσιούλια για να κοιμόμαστε έξω - θα ’ρθείτε στο άλλο σπίτι που έχουν στρωμένα τα κορίτσια, για να κοιμηθείτε,  μας είπε. Μόλις μας είπε έτσι, εμείς, με τίποτα δεν δεχόμασταν.
-        Βρε θα σας φάνε τα κουνούπια…. τελικά φύγαμε.
Το πρωί πάλι, ήρθε, πήγαμε στα χωράφια και το βράδυ μας κάλεσε στο σπίτι του και μας είπε:
-       Τώρα παιδιά δεν θα φύγετε κανένας, θα καθίστε εδώ. Δεν μας ρώτησε από που ήμαστε.
-       Δεν μ' ενδιαφέρει ούτε από πού ήσαστε, ούτε τι ήσασταν ή αριστεροί ή δεξιοί, σήμερα τέλειωσε αυτή η δουλειά και πρέπει να ήμαστε όλοι αγαπημένοι… φέρονταν καλά.
-       Σήμερα πρέπει να ’μαστε όλοι αγαπημένοι, να τα αφήσουμε εκείνα, ένας δεξιός άλλος αριστερός, γιατί εκείνα μας έκαναν να καταστραφεί η Ελλάδα.
-        Από πού είστε;
-        Από Αθανάτη, απαντούμε.
-       Όλοι από Αθανάτη;
-       Ναι.
-       Άρα ήμαστε πατριώτες, και γω σχεδόν από την Αθανάτη είμαι. Η γυναίκα μου ήταν του Νικολού Τσιάρα κορίτσι, από την Αθανάτη.
 Ένας Νίκος Τσιάρας ήταν χωροφύλακας στο Σουλέτσι και παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα από κει. Του Πλατσά Παναγιώτη (Σαλαμπάλα) το κορίτσι είναι αυτού παντρεμένη. Και παντρεύτηκε ο Βασίλης και πήρε το κορίτσι του Νίκου Τσιάρα και πέθανε. Είχε ένα κορίτσι από κείνη και το ’λεγαν Βάγια, που ήταν τότε 18 χρονών περίπου. Με τους Τσιαραίους είμαι συγγενής, ο πατέρας μου με τον Νικολό τον Τσιάρα ήταν πρώτα ξαδέρφια.
-       Τι; γίναμε και σόι;.
-       Σας είπε στο καφενείο ο καφεπώλης ότι εγώ ήμουν Σούρλας.. κατάλαβε... ήταν έξυπνος…. Λοιπόν, παιδιά, δεν μ' ενδιαφέρει τι ήσασταν εσείς, εγώ ήμουν Σούρλας, ήμουν κοντά στον καπετάνιο τον Σούρλα, παρακαπετάνιος, αλλά είπαμε να τα αφήσουμε αυτά. Θα σας πω για το χωριό σας: Το 1946 πήραμε απόφαση με το Σούρλα, επειδή μάθαμε ότι στην Αθανάτη είναι όλοι από τα καμποχώρια, ήταν εκεί; ναι ή όχι, "ήταν πάρα πολλοί είπαμε εμείς" και πήραμε την απόφαση να’ ρθουμε στο χωριό σας να το κάψουμε, να χτυπήσουμε, να σκοτώσουμε αριστεροί   και ξεκινήσαμε  απ' το χωριό μου. Ολόκληρος λόχος ΜΑΥδες, εγώ καβάλα και ο Σούρλας καβάλα και οι άλλοι οπλισμένοι και  πεζοί. Φτάνουμε το βράδυ στην Αγιά, σουροπόνοντας. Μας είπε ο Σούρλας να πάμε έξω από την Αθανάτη και να περιμένουμε εκεί χωρίς να μπούμε μέσα ώσπου να έρθει αυτός. "Θα αντικρίσετε την Αθανάτη και δεν θα μπείτε μέσα μέχρι που να έρθω εγώ, θα κάνουμε το σχέδιο πως θα περικυκλώσουμε όλη την Αθανάτη", είπε ο Σούρλας. Σωστά όλα αυτά που σας λέω, ήταν καταδιωκόμενος ο κόσμος.  Εν τω μεταξύ είχαν βγει ορισμένοι αντάρτες στον Κίσαβο και πολεμούσαν. Ένας Χρυσόστομος από το Μακρυχώρι, ένας Περονόσπορος, είχαν βγει κάμποσοι. Φθάσαμε στα Κοκκινόια.
 Δεν προλάβαμαι να φτάσουμε εκεί και ήρθαν δυο τρεις δεξιοί από το χωριό σας. Τηλεφώνησαν από την Αγιά στην κοινότητα, γιατί ο Σούρλας πήγε στην αστυνομία και είπε το διοικητή ότι απόψε θα πάμε στην Αθανάτη. Ο διοικητής δεν ήθελε να γίνουν ζημιές και καταστροφές, σκοτωμοί και λοιπά, τηλεφώνησε φαίνεται τους δεξιούς στο χωριό σας για να λάβουν τα μέτρα.   
-       Δεν σας τους λέω παιδιά γιατί τα πράγματα είναι φρέσκα. Δεν μας τους είπε γιατί και αυτός φοβούνταν. Είναι ακόμα εξαγριωμένα και θα λέτε: "Αυτά κάνατε οι Δεξιοί;»  Ονόματα δεν μας είπε. Πήγαν αυτοί οι δεξιοί και τους συνάντησαν στη Βρυσουπτιά, στο νερό και μετά πήγαν στα ισιώματα.
-       Μας λένε: "Παιδιά δεν θα ρθείτε στο χωριό μας, αν θα ρθείτε και κάψετε και σκοτώσετε, θα σκοτώσουν εμάς ύστερα, παιδιά δεν θα ρθείτε." Εμείς δεν ακούγαμε τίποτα, εμείς περιμέναμε να ’ρθει ο Σούρλας. Ο Σούρλας ήταν ακόμα χειρότερος από μας, δεν άκουγε τίποτα. Αλλά ήσασταν τυχεροί όλοι οι Αθανατιώτες, γιατί εκείνη την ώρα που ήταν ο Σούρλας στην αστυνομία Αγιάς, έγινε μάχη στα Τέμπη, αντάρτες με χωροφυλακή. Πήγαν λίγοι αντάρτες και βάρεσαν την αστυνομία στα Τέμπη και ζήτηξαν βοήθεια κι έστειλε κάποιον με ένα άλογο και έφερε το σημείωμα σε μένα. Και φεύγουμε, πήγαμε στην Αγιά, ανεβήκαμε σε κάρα και πήγαμε στα Τέμπη. Έτσι γλίτωσε το χωριό σας, θα κάναμε μεγάλη θραύση, θα σκοτώναμε πολύ κόσμο. Από σπίτια, όχι αυτά που  έκαψαν οι Γερμανοί αλλά θα το καίγαμε όλο το χωριό, γιατί μας έλεγαν ότι είναι η διοίκηση της Μόσχας εκεί, η διοίκηση των ανταρτών, αλλά είχατε τύχη μεγάλη.
   Καλαθάς: Να, έτσι  βγήκε το δεύτερο αντάρτικο, το έβγαλαν αυτοί.
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ BLOG melivoia. Έχει: ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.
ΣΤΕΙΛΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓIΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΟ BLOG melivoia και melivoia1. Από το υλικό που υπάρχει περάστηκε, μέχρι τώρα στο blog, το 1%. Κάθε φωτογραφία θα περαστεί εκεί που πρέπει. Χρειαζόμαστε φωτογραφίες όλων αυτών που σκοτώθηκαν στους πολέμους, αυτών που πήγαν στην Αμερική παλαιά, αυτών που βρίσκονται σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου και έχουν καταγωγή από Μελίβοια, φωτό από διάφορες εκδηλώσεις, βίντεο διάφορα. ΣΤΟ e-mail nikostsintsirakos@yahoo.gr