Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

ΤΟΥΣ ΠΗΡΑΝ ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ- ΒΟΥΡΤΟΥΡΑ ΕΛΕΝΗ

ΒΟΥΡΤΟΥΡΑ–ΑΣΜΙΝΗ ΕΛΕΝΗ Σύζ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ.

 22-07-2005

(τους πήραν οι αντάρτες)

  
Ν.Τ. Η οικογένεια της Ελένης Βούρτουρα είχε το σπίτι της στα Ασμηναίικα, που βρίσκονται στην περιοχή πάνω από την Πλατεία και που έχει το όνομα Μουριά. Ο γαμπρός μας Βατζιάς Γεώργιος γνωρίζει αρκετά για την ιστορία του χωριού μας και μου είπε ότι η καταγωγή των Ασμιναίων είναι από το χωριό Ασμίνειο της Βορείου Εύοιας. Ο Ασμίνης ήρθε γαμπρός στον Καλαθά, αλλά και οι Ραπταί (Τσιαουσαί) και από αυτούς ήταν κάποιος γαμπρός στον Καλαθά. Εκεί κοντά βρισκόταν και το σπίτι του γιατρού Γρηγόρη Παπαλεξανδρή.
Επειδή αργότερα θα φυτονομάζουν την περιοχή, γιαυτό δεν πρέπει να ξεχάσουμε να πούμε ότι: Σ’ αυτήν την περιοχή, απ’ τον δρόμο τον κεντρικό και από την Πλατεία δυτικά, ήρθαν γυναίκες από τις Μούρες (Μούρεσι του Βόλου) και από άλλες περιοχές του Βόλου, αλλά επειδή ήταν περισσότερες από το Μούρεσι, τα παιδιά τους τα έλεγαν: «Οι μάγκες της Μουριάς» και την περιοχή «Μουριά»

ΕΛΕΝΗ:
Γεννήθηκα το 1926.
   Τον πατέρα μου τον πήραν οι αντάρτες. Εκείνο το βράδυ ήταν στο καφενείο, εκεί στου Πενήντα, που ήταν καφενείο και παντοπωλείο μαζί, ήταν στις 14 δέκα τέσσερες Μαρτίου του 1947, Παρασκευή βράδυ. Πέρασε η μάνα μου από τον Αλέξη Παπαλέξη που τον είχε αδερφό και μετά φώναξε τον πατέρα μου να ’ρθει να φάει. Μόλις ξαπλώσαμε, ακούμε να χτυπάει η πόρτα και να φωνάζουν:  Βασίλ’! Βασίλ’!. Ήταν δυο αντάρτες και λέν’: «Μια μικρή ανάκρισ’, εδώ, στο καφενείο να δώσεις». Έρχεται πάνω στο δωμάτιο και λέει:
-  Άι, κορίτσιμ’ θα φάω κανά ξύλο απόψε.
-  Α, χέσα, μη φοβάσαι, λέω, αφού σου είπαν στο καφενείο θα πας… Κινούν και η μάνα μ’ από κοντά, γυρίζ’ πίσω και λέει: «Δεν παν’ στο καφενείο, αλλά προς την Γιδαριά» και πάμε μαζί προς τα κει. Στο δρόμο βρίσκουμε τον Στέφανο Γάλλο (Στεφανάκο) και τον Κίμωνα Κουβαρά ή Ευθυμιάδη, γιατί εκείνο το βράδυ πήραν και το γιο του Στέφανου, τον Μήτσιο Γάλλο.  Ήρθαν και αυτοί να δουν που παν τον Μήτσιο. Εμείς, μόλις φθάσαμε στην Γιδαριά είδαμε τον έναν αντάρτη, που ήταν ο Στέφανος Πλατσάς και έναν άλλο μαζί με τον πατέρα μου. Έι Στέφανε Πλατσά! φωνάζω, γύρνα και σκότωσέ τον εδώ, σ’ αυτά τα καφενεία και τα μαγαζιά πήγαν κι άλλοι και δεν ξαναγύρ’σαν, σκοτώστε τον εδώ, μην τον παίρνετε και τον κάνεται άφανο. Φεύγει, μπροστά αυτός, όχι φύφγα, όπως τρέχει το άλογο. Το άλλο το παιδί ήταν ξένο, ο πατέρας μου μας τραβούσε, ελάτε έλεγε, αλλά ελάτε έλεγε και το ξένο παιδί. Βγαίνουμε πάνω στου Βαγγέλη Παπαστέφανου το σπίτι στου Τσιρέα, εκεί στις καρυές από κατ’, ήταν μαυρίλα από αντάρτες. Βγαίν’ ένας αντάρτης και φωνάζει:
Που πάτε τομάρια; Γυρνάτε πίσω, και με σπρωξιές εμένα και την μάνα μου, γυρίσαμε προς τα κατ’, εκεί βρήκαμε το Μήτσιο Ντάιρα ή Δουβώρη. Τι επαθέτε; μας λέει. Να, πήραν τον πατέρα μου, λέω. Μετά, εκεί στο σπίτι του Φανή της Βάσιος βρήκαμε τον Καλακά Βασίλη, πήραν και αυτόν και τον είχαν βαλμένες χειροπέδες, ήταν ντερέκη και τον φοβούνταν. Να, εκεί στου Χρήστου Ντάιρα, πάλι ο Στεφανάκος Γάλλος με τον Κίμωνα, εγώ φώναζα. Κατέστρεψαν το χωριό και άλλα. Πάψε κορίτσιμ’, μη λες τίποτα θα πάρ’ν κι σένα κι θα σι σκοτώσ’ν, είπε ο Κίμων. Έλα δω ρε Κίμων… Απόψε άμα πάτε αυτού  απάν, δεν θα σώστε τον κόσμο; Γιατί δεν πάτε; Όταν ήρθε ο Σταυρουλάκης στο γραφείο (Κοινοτικό) και πήρε σαράντα άτομα και τα πήγε στην Λάρισα, δεν σηκώθηκε ο πατέρας μου, ο Παπακώστας, ο Κορδίλας και άλλοι καναδυό και πήγαν και τους έβγαλαν και το ταχιά το πρωί τους έφεραν εδώ; Εσείς γιατί δεν πάτε; Δεν ματα έκριναν ντηπ, δεν πήγαν καθόλου. Ο Στέφανος γύρισε πίσω. Ο Καλακάς είχε την μάνα του Γιώργου Γκαλιάκη  γυναίκα. Πήγε η μάνα μ’ στου Καλακά το σπίτι, να δει αν γύρισε, μετά πήγε στο σπίτι του Τάκου Αλέξη, πήραν και τον Μήτσιο Μπελιά και Καλαγιά Γρηγόρη, τους πήγαν στην Κορομπλιά, τους σκότωσαν και τους έριξαν μέσα στην μπάρα. Ο Μπλαντός που είχε κτήματα στην Κορομπλιά έβλεπε τον σκύλο όλο αίματα και πήγε εκεί κάτω να δει τι είναι, και τους είδε όλους μέσα στην μπάρα και το ταχιά πήρε την φαμπλιάτ’ και πήγε στην Αγιά και μετά από μέρες, είπε στην μάνα μου: «Μην πας πουθενά, τον Βασίλ’ τον έχουν σκοτώσ’, σε γελούν ότι ζει». Ο Δήμος ο Γάτος ερχόταν εδώ και έλεγε:
-       Ζει ο Βασίλης και θα τον φέρ’ν και θα μας ψύσ’ αρνί, Μήτσιου, έλεγε τον αδερφό μου.
-       Δυο θα σας ψήσω άμα ρθει ο πατέρας μου.
 Ερχόταν ο Νίκος ο Γουργιώτης και έλεγε:
-       Τον είδα τον Βασίλη και ένα που δεν κουβεντιασάμε, εμένα να πιστέψεις.  Έτσ’ μ’ έλεγαν και μένα μας είπε κοντά (αργότερα). Τον είδα, έλεγε, θα τον σκότωσαν κοντά. Πάαιναν μερικοί αγράμματοι και κακοί και έλεγαν ψέματα, ότι έτσι είπε ο τάδε, ο τάδε και τους σκότωναν, που τους ήξεραν τους ασυρμάτους; απ’ τα πρόβατα; Τον πατέρα μου τον πήραν, τάχα ήταν στην οργάνωση του Ζέρβα, υπήρχε Ζέρβας εδώ; Ο Ζέρβας ήταν στην Ήπειρο, ψέματα για να δικαιολογήσουν τους σκοτωμούς.

Ν.Τ. Έχω ακούσει και έχω γράψει αρκετές ιστορίες, δεν θα τις κρίνω, αλλά θα τις αφήσω για να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του, μόνος του ή ρωτώντας και παίρνοντας γνώμες από πολλούς, γιατί ο ένας μπορεί να είναι και επηρεασμένος από κάπου, ή κάτι, μη βιάζεστε για συμπεράσματα, θα δείτε πολλά, μία λέξη που την είδα παντού, ήταν η "ΖΗΛΕΙΑ", από αρχαιοτάτων χρόνων ακόμα, ό,τι χειρότερο.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ BLOG melivoia. Έχει: ΙΣΤΟΡΙΕΣ , ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και  ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου